Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
διάνημα — διάνημα, το (Α) [διανέω] 1. η κλώση, το κλώσιμο 2. η κλωστή, το νήμα … Dictionary of Greek
διανήματι — διάνημα that which is spun neut dat sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)